info@endoscopicsurgery.gr   +30 6944530504

Καρκίνος Παχέος Εντέρου

Καρκίνος Παχέος Εντέρου

Ανατομία & Καρκίνος Παχέος Εντέρου: Το κόλον και το ορθό είναι τμήματα του πεπτικού συστήματος. Σχηματίζουν ένα μακρύ και μυώδη σωλήνα που ονομάζεται παχύ έντερο. Το κόλον είναι τα πρώτα  120-150εκ του παχέος εντέρου και το ορθό τα λίγα τελευταία εκατοστά.

Οι τροφές, αφού υποστoύν μερική πέψη, προωθούνται από το λεπτό έντερο προς το παχύ. Εκεί αφαιρείται η μεγαλύτερη ποσότητα νερού και θρεπτικών συστατικών από τις τροφές, και το υπόλοιπο μετατρέπεται σε κόπρανα. Αυτά περνάνε από το παχύ έντερο προς το ορθό και τον πρωκτό απ’ όπου και αποβάλονται.

Τα νεοπλάσματα του παχέος εντέρου μπορεί να είναι καλοήθη (όχι καρκίνος παχέος εντέρου) και κακοήθη (καρκίνος παχέος εντέρου).

Καλοήθη νεοπλάσματα

  • Σπάνια είναι απειλητικά για τη ζωή
  • Μπορούν να εξαιρεθούν και πιθανότατα δεν θα ξαναμεγαλώσουν
  • Δεν εξαπλώνονται σε γειτονικούς ιστούς γύρω τους
  • Δεν διασπείρονται (μεθίστανται) σε άλλα μέρη του σώματος

Κακοήθη νεοπλάσματα

  • Μπορεί να είναι απειλητικά για τη ζωή
  • Μερικές φορές μπορούν να εξαιρεθούν αλλά μπορούν και να ξαναμεγαλώσουν
  • Μπορούν να εξαπλωθούν και να καταστρέψουν τους γύρω ιστούς και όργανα
  • Μπορούν να εξαπλωθούν σε άλλα σημεία του σώματος μέσω των αιμοφόρων αγγείων ή των λεμφαγγείων (μεταστάσεις)
Καρκίνος παχέος εντέρου - Λεμφαδένες

Όταν ο καρκίνος παχέος εντέρου εξαπλωθεί, τότε καρκινικά κύτταρα συχνά ανευρίσκονται σε γειτονικούς λεμφαδένες. Εάν ο καρκίνος παχέος εντέρου έχει φτάσει σε αυτούς τους λεμφαδένες, μπορεί επίσης να έχει εξαπλωθεί και σε πιο απομακρυσμένους λεμφαδένες ή σε άλλα όργανα με συχνότερη  εντόπιση το συκώτι.

Η εξάπλωση του καρκίνου σε απομακρυσμένα όργανα του σώματος ονομάζεται μετάσταση.

Όταν ο καρκίνος παχέος εντέρου εξαπλώνεται σε άλλα σημεία του σώματος, ο νέος όγκος έχει το ίδιο είδος παθολογικών κυττάρων με τον αρχικό όγκο. Για παράδειγμα, εάν ο καρκίνος παχέος εντέρου εξαπλωθεί στο συκώτι, τα καρκινικά κύτταρα του ήπατος είναι στην πραγματικότητα εντερικά κύτταρα. Η νόσος ονομάζεται μεταστατικός καρκίνος παχέος εντέρου και όχι καρκίνος του ήπατος. Γι αυτό το λόγο και αντιμετωπίζεται ως καρκίνος παχέος εντέρου και όχι ήπατος. Ο νέος όγκος ονομάζεται απομακρυσμένη μετάσταση ή μεταστατική νόσος.

Παράγοντες κινδύνου

Δεν είναι γνωστές μέχρι στιγμής οι ακριβείς αιτίες του καρκίνου παχέος εντέρου. Δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα γιατί κάποιο άτομο αναπτύσσει καρκίνο, ενώ κάποιο άλλο όχι.

Η έρευνα έχει δείξει ότι ορισμένα άτομα με συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου είναι πιθανότερο να αναπτύξουν καρκίνο παχέος εντέρου σε σχέση με άλλα που δεν τους έχουν. Ο παράγοντας κινδύνου είναι κάτι που μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα κάποιος να νοσήσει από μια συγκεκριμένη πάθηση.

Οι μελέτες έχουν δείξει τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο παχέος εντέρου:

 Ηλικία άνω των 50 ετών:

Ο καρκίνος παχέος εντέρου είναι πιθανότερο να συμβεί σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Πάνω από 90% αυτών των ασθενών διαγιγνώσκονται μετά την ηλικία των 50. Ο μέσος όρος ηλικίας κατά τη διάγνωση είναι τα 72 έτη.

Πολύποδες παχέος εντέρου:

Οι πολύποδες είναι νεοπλάσματα της εσωτερικής επιφάνειας του εντέρου και του ορθού. Είναι πολύ συχνοί σε άτομα μετά την ηλικία των 50. Οι περισσότεροι πολύποδες είναι καλοήθεις (όχι καρκινικοί), αλλά μερικοί από αυτούς (αδενώματα) μπορούν να εξελιχθούν σε καρκίνο. Η διάγνωση και η αφαίρεσή τους μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καρκίνου παχέος εντέρου.

Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου παχέος εντέρου:

Οι συγγενείς α’ βαθμού (γονείς, αδέλφια, ή παιδιά) ενός ασθενή με ιστορικό καρκίνου παχέος εντέρου είναι πιθανότερο να αναπτύξουν την νόσο και οι ίδιοι, ειδικά εάν αυτός ο συγγενής είχε τη νόσο σε νεαρή ηλικία. Εάν περισσότεροι συγγενείς α’ βαθμού έχουν ιστορικό της νόσου, τότε ο κίνδυνος είναι ακόμη μεγαλύτερος.

Γενετικές μεταλλάξεις:

Αλλαγές σε συγκεκριμένα γονίδια αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου παχέος εντέρου.

  • Κληρονομική μορφή καρκίνου παχέος εντέρου που δε σχετίζεται με πολυποδίαση (HNPCC): είναι ο συχνότερος τύπος κληρονομικού καρκίνου παχέος εντέρου. Συναντάται στο 2% όλων των περιπτώσεων. Η μέση ηλικία διάγνωσης είναι τα 44 έτη.
  • Οικογενής αδενωματώδης πολυποδίαση (FAP): είναι μια σπάνια κληρονομική νόσος κατά την οποία σχηματίζονται εκατοντάδες πολύποδες στο έντερο και στο ορθό. Προκαλείται από μια μετάλλαξη σε ένα συγκεκριμένο γονίδιο που ονομάζεται APC. Εάν η πολυποδίαση δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να οδηγήσει σε καρκίνο παχέος εντέρου μέχρι την ηλικία των 40. Συναντάται σε λιγότερο από 1% όλων των περιπτώσεων καρκίνου παχέος εντέρου.

Τα μέλη των οικογενειών ασθενών με κάποια από τις παραπάνω κληρονομούμενες μορφές καρκίνου παχέος εντέρου μπορούν να κάνουν γενετικό έλεγχο για τις συγκεκριμένες γενετικές μεταλλάξεις. Σε εκείνους που βρίσκεται ότι έχουν αυτές τις μεταλλάξεις προτείνονται τρόποι μειώσεως του κινδύνου εμφάνισης της νόσου και τακτικός ιατρικός έλεγχος. Στους ενήλικες με οικογενή πολυποδίαση, συνήθως συστήνεται χειρουργική επέμβαση προκειμένου να αφαιρεθεί τμήμα ή ολόκληρο το παχύ έντερο και το ορθό.

Ατομικό ιστορικό καρκίνου παχέος εντέρου:

Ένας ασθενής που έχει αναπτύξει καρκίνο παχέος εντέρου στο παρελθόν έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να επανεμφανίσει τη νόσο για δεύτερη φορά. Επίσης γυναίκες με ιστορικό καρκίνου ωοθηκών, μήτρας ή μαστού έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου παχέος εντέρου. Γι αυτό το λόγο σε αυτή την ομάδα ασθενών χρειάζεται τακτικός επανέλεγχος.

Ελκώδης κολίτιδα ή Νόσος του Crohn:

Οι δύο αυτές φλεγμονώδεις παθήσεις του παχέος εντέρου μακροχρόνια αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου παχέος εντέρου.

Διαιτητικοί παράγοντες:

Οι έρευνες έχουν δείξει ότι δίαιτες πλούσιες σε λιπαρά (ειδικά ζωικά λιπαρά) και πτωχές σε ασβέστιο, φυλλικό οξύ, και φυτικές ίνες (φρούτα, λαχανικά) μπορεί να αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου παχέος εντέρου.

 Κάπνισμα:

Οι καπνιστές έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης πολυπόδων και καρκίνου παχέος εντέρου.

 Έλεγχος γενικού πληθυσμού – Screening

Ο έλεγχος του γενικού πληθυσμού βοηθάει να διαγνωστούν οι πολύποδες ή ο καρκίνος παχέος εντέρου νωρίς, πριν εμφανιστούν συμπτώματα. Η διάγνωση και αφαίρεση των πολυπόδων μπορεί να προλάβει την εμφάνιση καρκίνου παχέος εντέρου. Επίσης η θεραπεία του καρκίνου παχέος εντέρου είναι αποτελεσματικότερη όταν η διάγνωσή του γίνει όσο το δυνατόν νωρίτερα.  Για να διαγνωστούν οι πολύποδες ή ο πρώιμος καρκίνος παχέος εντέρου:

  1. Πρέπει να ελέγχονται άτομα άνω των 50 ετών.
  2. Άτομα με κίνδυνο μεγαλύτερο του μέσου όρου πρέπει να συμβουλευτούν το γιατρό τους για το ενδεχόμενο να ελεγχθούν πριν τα 50, για το είδος των εξετάσεων που πρέπει να κάνουν, για τα οφέλη και τους κινδύνους κάθε εξέτασης και για τη συχνότητα του επανελέγχου.

Κατά τον έλεγχο του γενικού πληθυσμού μπορούν να γίνουν οι ακόλουθες εξετάσεις:

Αιμοσφαιρίνη κοπράνων (Mayer κοπράνων):

Είναι μια αδρή εξέταση ελέγχου που επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, ειδικά διατροφικους, και γι αυτό τα αποτελέσματά της δεν είναι ιδιαίτερα αξιόπιστα. Βασίζεται στο γεγονός ότι μερικές φορές ο καρκίνος παχέος εντέρου ή οι πολύποδες αιμορραγούν, και η συγκεκριμένη εξέταση μπορεί να ανιχνεύσει ακόμα και πολύ μικρές ποσότητες αίματος στα κόπρανα. Εάν το test αυτό βγει θετικό (δηλ. υπάρχει αίμα στα κόπρανα), θα χρειαστεί να γίνουν περισσότερες εξετάσεις για να διερευνηθεί η προέλευση του αίματος. Διάφορες καλοήθεις καταστάσεις, όπως οι αιμορροΐδες, μπορούν επίσης να προκαλέσουν την παρουσία αίματος στα κόπρανα.

Κολονοσκόπηση:

Με αυτή την εξέταση ο γιατρός ελέγχει εσωτερικά ολόκληρο το παχύ έντερο μέχρι το τελικό τμήμα του λεπτού εντέρου (ειλεός). Αυτό γίνεται με τη βοήθεια του ενδοσκοπίου (ή κολονοσκοπίου), ενός λεπτού σωλήνα με κάμερα στο άκρο του, το οποίο εισάγεται από το ορθό. Εάν κατά τη διάρκεια της εξέτασης βρεθούν εξαιρέσιμοι πολύποδες, ο γιατρός μπορεί επί τόπου να τους αφαιρέσει, προκειμένου να σταλούν για ιστολογική εξέταση. Επίσης, σε περίπτωση υπάρξεως βλάβης που δε μπορεί να αφαιρεθεί ολόκληρη μέσω της κολονοσκόπησης, μπορεί να ληφθεί τμήμα αυτής για βιοψία.

Βαριούχος υποκλυσμός:

Αρχικά, χορηγείται ένα κλύσμα με διάλυμα βαρίου μαζί με μια ποσότητα αέρα από το ορθό. Στην συνέχεια πραγματοποιείται ακτινοσκόπηση του εντέρου, το οποίο διαγράφεται καθαρά στις ακτινογραφίες με τη βοήθεια του βαρίου και του αέρα. Σε αυτή την εξέταση μπορεί να φανούν οι πολύποδες ή άλλοι όγκοι.

Συμπτώματα

Ένα συχνό σύμπτωμα του καρκίνου παχέος εντέρου είναι οι αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου. Τα υπόλοιπα συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • Διάρροια ή δυσκοιλιότητα
  • Αίσθημα ατελούς κένωσης του εντέρου
  • Πρόσμιξη αίματος στα κόπρανα (κόκκινου ή σκούρου καφέ)
  • Διαταραχές κενώσεων
  • Αίσθημα πληρότητας ή φουσκώματος στην κοιλιά, κοιλιακός πόνος
  • Απώλεια βάρους
  • Αίσθημα κόπωσης
  • Ναυτία ή έμετος

Πολύ συχνά, τα παραπάνω συμπτώματα δεν οφείλονται σε καρκίνο. Άλλα προβλήματα υγείας μπορούν να προκαλέσουν κάποια από αυτά. Σε κάθε περίπτωση ο γιατρός μπορεί να καθοδηγήσει κατάλληλα τον ασθενή, ώστε να γίνει η διάγνωση και η αντιμετώπιση όσο το δυνατόν συντομότερα.

Διάγνωση

Εάν τα αποτελέσματα των εξετάσεων είναι ενδεικτικά για καρκίνο παχέος εντέρου ή υπάρχουν κάποια από τα παραπάνω συμπτώματα, τότε ο γιατρός πρέπει να διαπιστώσει αν αυτά οφείλονται σε καρκίνο ή σε άλλη αιτία. Αρχικά λαμβάνεται το ατομικό και οικογενειακό ιατρικό ιστορικό και πραγματοποιείται η κλινική εξέταση. Μπορεί να χρειαστεί να γίνουν κάποιες από τις εξετάσεις που περιγράφηκαν παραπάνω στον «Έλεγχο γενικού πληθυσμού».

Εάν οι εξετάσεις αποκαλύψουν μια παθολογική περιοχή στο έντερο, όπως οι πολύποδες, θα χρειαστεί να γίνει βιοψία αυτής της βλάβης για διαπιστωθεί εάν υπάχουν καρκινικά κύτταρα ή όχι. Μερικές φορές, ο παθολογικός ιστός μπορεί να αφαιρεθεί κατά τη διάρκεια της κολονοσκόπησης και στη συνέχεια να σταλεί για βιοψία.

Σταδιοποίηση

Εάν η βιοψία δείξει ότι υπαρχει καρκίνος, ο γιατρός χρειάζεται να ξέρει την έκταση (στάδιο) της νόσου, προκειμένου να προτείνει την κατάλληλη αντιμετώπιση. Το στάδιο εξαρτάται από το αν ο όγκος έχει επεκταθεί σε γειτονικούς ιστούς, ή αν έχει εξαπλωθεί σε άλλα σημεία του σώματος.

Θα χρειαστεί να γίνουν κάποιες από τις ακόλουθες εξετάσεις:

  • Εξετάσεις αίματος: Ελέγχονται τα επίπεδα του καρκινοεμβρυικού αντιγόνου (CEA) και άλλων ουσιών στο αίμα. Μερικοί από τους ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου ή άλλες παθήσεις έχουν υψηλές τιμές CEA. Η εξέταση αυτή δεν χρησιμοποιείται για τη διάγνωση, αλλά για τον έλεγχο ανταπόκρισης στη θεραπεία του καρκίνου παχέος εντέρου.
  • Κολονοσκόπηση: Εάν η κολονοσκόπηση δεν έχει πραγματοποιηθεί ήδη για τη διάγνωση, θα χρειαστεί να γίνει για τον έλεγχο παθολογικών περιοχών κατά μήκος ολόκληρου του εντέρου και του ορθού.
  • Ενδοορθικό υπέρηχο: Η εξέταση αυτή χρησιμοποιείται μόνο για τη σταδιοποίηση του καρκίνου του ορθού (του τελικου τμήματος του παχέος εντέρου). Μια κεφαλή υπερήχων εισάγεται από το ορθό. Αυτή εκπέμπει ηχητικά κύματα που δεν είναι ακουστά στον άνθρωπο. Τα κύματα ανακλώνται από το ορθό και τους γύρω ιστούς και μέσω ενός υπολογιστή σχηματίζεται από αυτά μια εικόνα. Η εικόνα αυτή μπορεί να δείξει πόσο έχει μεγαλώσει ένας όγκος που βρίσκεται στο ορθό ή εάν ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί σε λεμφαδένες ή γειτονικούς ιστούς.
  • Αξονική τομογραφία (CT) ή Μαγνητική τομογραφία (MRI): Μπορούν να δείξουν εάν ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί σε άλλα όργανα, πχ συκώτι, πνεύμονες. Ειδικά για το ορθό η MRI δίνει πολλές πληροφορίες για την τοπική επέκταση της νόσου. Μπορεί να χρειαστεί να χορηγηθεί ειδικό σκιαγραφικό φάρμακο, από το στόμα ή ενδοφλέβια.

Μερικές φορές η σταδιοποίηση μπορεί να μην ολοκληρωθεί με τις παραπάνω εξετάσεις, παρά μόνο μετά το χειρουργείο και την  αφαίρεση του όγκου.

Θεραπεία

Οι ειδικοί γιατροί που ασχολούνται με την αντιμετώπιση του καρκίνου παχέος εντέρου είναι οι γαστρεντερολόγοι, οι χειρουργοί, οι ογκολόγοι και οι ακτινολόγοι.

Μέθοδοι αντιμετώπισης

Η επιλογή της αντιμετώπισης εξαρτάται κυρίως από την εντόπιση του όγκου μέσα στο παχύ έντερο ή στο ορθό, και το στάδιο της νόσου. Η αντιμετώπιση του καρκίνου παχέος εντέρου μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργείο, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, και βιολογική θεραπεία. Συνήθως απαιτείται κάποιος συνδυασμός των παραπάνω θεραπειών.

Ο καρκίνος παχέος εντέρου συνήθως αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τον καρκίνο του ορθού, γι αυτό και σε μερικά σημεία περιγράφονται ξεχωριστά.

Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τις επιλογές στις μεθόδους αντιμετώπισης και τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ώστε να αποφασιστεί η κατάλληλη για κάθε περίπτωση.

Η θεραπεία του καρκίνου παχέος εντέρου μπορεί να είναι είτε τοπική ή συστηματική:

  • Τοπική θεραπεία: Η χειρουργική και η ακτινοθεραπεία είναι τοπικές θεραπείες. Αφαιρούν ή καταστρέφουν τον καρκίνο που βρίσκεται στο παχύ έντερο ή στο ορθό. Όταν ο καρκίνος παχέος εντέρου έχει εξαπλωθεί σε άλλα σημεία του σώματος, η τοπική θεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της νόσου στις συγκεκριμένες αυτές περιοχές.
  • Συστηματική θεραπεία: Η χημειοθεραπεία και η βιολογική θεραπεία είναι συστηματικές θεραπείες. Τα φάρμακα περνάνε στην κυκλοφορία του αίματος και καταστρέφουν ή ελέγχουν τον καρκίνο σε όλο το σώμα.

Επειδή οι θεραπείες για τον καρκίνο συχνά καταστρέφουν και υγιή κύτταρα και ιστούς, οι παρενέργειες των θεραπειών είναι συχνές. Εξαρτώνται κυρίως από τον τύπο και την έκταση της θεραπείας. Μπορεί να μην είναι οι ίδιες σε κάθε ασθενή, και μπορεί να αλλάζουν κάθε φορά από τον ένα κύκλο θεραπείας στον επόμενο. Πριν ξεκινήσει η θεραπεία, οι ασθενείς πρέπει να ενημερωθούν αναλυτικά για τις πιθανές παρενέργειες και τους τρόπους αντιμετώπισής τους.

Σε κάθε στάδιο της νόσου, η υποστηρικτική φροντίδα μπορεί να προσφέρει ανακούφιση από τις παρενέργειες της θεραπείας, να ελέγξει τον πόνο, και τα άλλα συμπτώματα των ασθενών.

Καρκίνος Παχέος Εντέρου – Χειρουργική Αντιμετώπιση

Η χειρουργική είναι ο πιο συχνός τρόπος αντιμετώπισης του καρκίνου παχέος εντέρου.

Κολονοσκόπηση:

Ένας μικρός κακοήθης πολύποδας μπορεί να αφαιρεθεί από το έντερο ή το ανώτερο ορθό με το κολονοσκόπιο. Μερικοί μικροί όγκοι στο κατώτερο ορθό μπορούν να αφαιρεθούν μέσω του πρωκτού χωρίς κολονοσκόπηση.

Λαπαροσκόπηση- Λαπαροσκοπική Κολεκτομή:

Ο καρκίνος παχέος εντέρου μπορεί να αφαιρεθεί με τη βοήθεια ενός λεπτού, φωτιζόμενου σωλήνα με κάμερα (λαπαροσκόπιο). Θα χρειαστεί να γίνουν 3-5 μικρές τομές στην κοιλιά. Ο χειρουργός βλέπει το εσωτερικό της κοιλιάς με το λαπαροσκόπιο. Ο όγκος και τμήμα του υγιούς εντέρου γύρω του αφαιρούνται. Οι γειτονικοί λεμφαδένες επίσης αφαιρούνται μαζί με τον όγκο. Η λαπαροσκοπική κολεκτομή είναι πλέον αποδεκτή μέθοδος αντιμετώπισης ακόμα και του προχωρημένου καρκίνου του παχέος εντέρου και του ορθού παγκοσμίως. Δίνει πολλές δυνατότητες στο χειρουργό, ειδικά σε όγκους χαμηλά στην πύελο (ορθό) και έχει πολλαπλά οφέλη για τον ασθενή. Βασική προϋπόθεση είναι να μπορεί ο χειρουργός να την πραγματοποιήσει.

Ανοιχτό χειρουργείο:

Ο χειρουργός κάνει μια μεγάλη τομή στην κοιλιά για να αφαιρέσει τον όγκο και τμήμα του υγιούς εντέρου ή ορθού. Αφαιρούνται επίσης οι γειτονικοί λεμφαδένες.

Όταν ένα τμήμα του εντέρου ή του ορθού έχει αφαιρεθεί, ο χειρουργός μπορεί συνήθως να ξαναενώσει τα υγιή άκρα. Όμως μερικές φορές, αυτό δεν είναι εφικτό, για διάφορους λόγους πχ φλεγμονή, εντόπιση όγκου κλπ. Σε αυτή την περίπτωση ο χειρουργός πρέπει να δημιουργήσει μια καινούρια δίοδο για να αποβάλεται το περιεχόμενο του εντέρου. Αυτό γίνεται με σχηματισμό ενός ανοίγματος στο κοιλιακό τοίχωμα (στομία ή κολοστομία), όπου συνδέεται το άνω άκρο του εντέρου, ενώ το άλλο άκρο κλείνεται με ράμματα. Στο σημείο της κολοστομίας εφαρμόζεται μια ειδική πλαστική επίπεδη σακούλα για να συλλέγει το εντερικό περιεχόμενο. Η σακούλα αυτή παραμένει στη θέση της με ειδικό υλικό σαν κόλλα.

Για αρκετούς από τους ασθενείς, η κολοστομία μπορεί να είναι προσωρινή. Μπορεί να είναι απαραίτητη μόνο κατά τη διάρκεια της επούλωσης του εντέρου ή του ορθού από το χειρουργείο. Αφού ολοκληρωθεί η επούλωση, ο χειρουργός ξαναενώνει τα τμήματα του εντέρου και κλείνει τη στομία (σε δεύτερο χειρουργείο). Μερικοί ασθενείς, ειδικά αν ο όγκος βρίσκεται πολύ χαμηλά στο ορθό, χρειάζονται μόνιμη κολοστομία.

Η χειρουργική θεραπεία έχει θέση και σε κάποιες περιπτώσεις μεταστατικού καρκίνου παχέος εντέρου. Ασθενείς με μεταστάσεις στο ήπαρ ή στον πνεύμονα, όταν αυτές μπορούν να εξαιρεθούν χειρουργικά, φαίνεται ότι βελτιώνουν την επιβίωσή τους. Οι εκτομές αυτές των μεταστάσεων μπορούν να γίνουν ταυτόχρονα με την κολεκτομή ή σε δεύτερο χρόνο.

Διαβάστε αναλυτικά για τη χειρουργική αντιμετώπιση εδώ

Χημειοθεραπεία

Η χημειοθεραπεία χρησιμοποιεί αντικαρκινικά φάρμακα για να καταστρέψει τα καρκινικά κύτταρα. Τα φάρμακα αυτά μπαίνουν στη συστηματική κυκλοφορία (κυκλοφορία του αίματος) και επηρέαζουν τα καρκινικά κύτταρα οπουδήποτε και αν βρίσκονται μέσα στο σώμα.

Τα αντικαρκινικά φάρμακα συνήθως χορηγούνται ενδοφλέβια, αλλά κάποια από αυτά δίνονται και από το στόμα. Οι θεραπείες πραγματοποιούνται κυρίως στο χώρο του νοσοκομείου. Μερικές φορές μπορεί να χρειαστεί νοσηλεία.

Οι παρενέργειες της χημειοθεραπείας εξαρτώνται κυρίως από το είδος του φαρμάκου και τη δοσολογία του, και βασίζονται στο γεγονός ότι τα φάρμακα αυτά βλάπτουν ταυτόχρονα και τα φυσιολογικά κύτταρα του οργανισμού που πολλαπλασιάζονται γρήγορα.

Ο θεράπων ογκολόγος προτείνει στους ασθενείς λύσεις για την πρόληψη και την αντιμετώπιση των παρενεργειών της θεραπείας. Οι περισσότερες παρενέργειες εξαφανίζονται μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.

Βιολογική Θεραπεία

Μερικοί ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου που έχει εξαπλωθεί (μεταστατική νόσος) μπορούν να λάβουν θεραπεία με μονοκλωνικό αντίσωμα, ένα είδος βιολογικής θεραπείας. Τα μονοκλωνικά αντισώματα συνδέονται με τα καρκινικά κύτταρα του παχέος εντέρου και παρεμβαίνουν στην ανάπτυξή τους και στην εξάπλωση του καρκίνου. Συνήθως χορηγούνται ενδοφλέβια, στο χώρο του νοσοκομείου. Μπορεί να χορηγηθούν στο ίδιο χρονικό διάστημα με τη χημειοθεραπεία.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας γίνεται έλεγχος για πιθανές παρενέργειες. Μερικοί ασθενείς λαμβάνουν προληπτικά φάρμακα για την πιθανότητα αλλεργικής αντίδρασης στο μονοκλωνικό αντίσωμα. Οι παρενέργειες της θεραπείας εξαρτώνται κυρίως από το είδος του μονοκλωνικού αντισώματος που χρησιμοποιείται και μπορεί να περιλαμβάνουν, εξάνθημα, πυρετό, κοιλιακό πόνο, εμέτους, διάρροια, μεταβολές της αρτηριακής πίεσης, αιμορραγίες, ή αναπνευστικά προβλήματα. Οι παρενέργειες συνήθως γίνονται ηπιότερες μετά το τέλος της πρώτης θεραπείας.

Ακτινοθεραπεία

Η ακτινοθεραπεία χρησιμοποιεί ακτίνες υψηλής ενέργειας για να καταστρέψει τα καρκινικά κύτταρα. Επηρεάζονται μόνο τα κύτταρα της υπό θεραπεία περιοχής και όχι ολόκληρου του σώματος.

Η ακτινοβολία προέρχεται από ένα μηχάνημα που ονομάζεται γραμμικός επιταχυντής. Οι θεραπείες γίνονται στο νοσοκομείο και συνήθως διαρκούν για 5 μέρες την εβδομάδα, για αρκετές εβδομάδες.

Οι παρενέργειες εξαρτώνται κυρίως από τη δόση και το σημείο του σώματος που ακτινοβολείται.

Ο θεράπων ακτινοθεραπευτής θα ενημερώσει και θα προτείνει στους ασθενείς λύσεις για την πρόληψη και την αντιμετώπιση των παρενεργειών της θεραπείας. Οι περισσότερες παρενέργειες εξαφανίζονται μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας

· Θεραπεία για τον καρκίνο του παχέος εντέρου (εκτός ορθού)

Οι περισσότεροι ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου χειρουργούνται. Μερικοί από αυτούς χειρουργούνται και λαμβάνουν και χημειοθεραπεία. Άλλοι λαμβάνουν και βιολογική θεραπεία.

Οι ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου (εκτός του ορθού και ψηλότερα από αυτό) σπάνια χρειάζονται μόνιμη κολοστομία.

Παρόλο που η ακτινοθεραπεία σπάνια χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση του καρκίνου παχέος εντέρου (εκτός ορθού), μερικές φορές μπορεί να βοηθήσει στην ανακούφιση του πόνου και άλλων συμπτωμάτων.

· Θεραπεία για τον καρκίνο του ορθού

Για όλα τα στάδια του καρκίνου του ορθού, η χειρουργική είναι η βασική αντιμετώπιση. Πλέον παντού στον κόσμο οι ασθενείς με καρκίνο ορθού, με εξαίρεση τα πολύ αρχικά στάδια, πρέπει να υποβάλονται σε κάποια μορφή προεγχειρητικής θεραπείας μιας και φαίνεται ότι βελτιώνει αρκετά την επιβίωση. Η προεγχειρητική θεραπεία μπορεί να είναι μόνο ακτινοθεραπεία, είτε συνδυασμός χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας. Μερικοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν επιπλέον και μετεγχειρητική χημειοθεραπεία. Αν, για οποιοδήποτε λόγο, δε γίνει η προεγχειρητική θεραπεία, πιθανόν να χρειαστεί να γίνουν μετεγχειρητικά ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία. Άλλοι ασθενείς με προχωρημένη, μεταστατική, νόσο λαμβάνουν επιπλέον και βιολογική θεραπεία.

Περίπου ένας στους οκτώ (1:8) ασθενείς με καρκίνο ορθού χρειάζεται μόνιμη κολοστομία.

Παρακολούθηση- Follow–up

Μετά τη θεραπεία για καρκίνο παχέος εντέρου ο ασθενής μπαίνει σε πρόγραμμα παρακολούθησης. Ακόμα και όταν ο καρκίνος φαίνεται ότι εξαιρέθηκε ή εξαφανίστηκε τελείως, η νόσος μερικές φορές επιστρέφει, μετά από ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν ανιχνεύεται. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε καρκινικά κύτταρα που έχουν απομείνει κάπου στο σώμα μετά τη θεραπεία και ονομάζεται υποτροπή της νόσου. Η εντόπισή της μπορεί να είναι στο παχύ έντερο ή στο ορθό (τοπική υποτροπή) ή σε άλλα σημεία του σώματος. Στόχος της παρακολούθησης είναι να ανιχνευτεί νωρίς η υποτροπή και να αντιμετωριστεί εγκαίρως.

Η παρακολούθηση μπορεί να περιλαμβάνει κλινική εξέταση, εργαστηριακές εξετάσεις αίματος και CEA, κολονοσκόπηση, αξονικές τομογραφίες, ή άλλες εξετάσεις.

Δεύτερη Γνώμη;

Ζητήστε μια εκτίμηση από τον ειδικό